πολυβλαστής

πολυβλαστής
πολυ-βλαστής, ές, viel, stark keimend, sprossend

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • πολυβλαστής — ές, Α (για φυτά) αυτός που έχει πλούσια, ζωηρή βλάστηση, πολλούς βλαστούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + βλάστης (< βλαστάνω), πρβλ. νεο βλαστής] …   Dictionary of Greek

  • πολυβλαστῆ — πολυβλαστής shooting vigorously neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) πολυβλαστής shooting vigorously masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) πολυβλαστής shooting vigorously masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυβλαστῶν — πολυβλαστής shooting vigorously masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πολυβλαστία — ἡ, Α [πολυβλαστής] ιδιότητα ενός φυτού να βγάζει πολλούς βλαστούς …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”